top of page

{Άρρωστος}

Την συνήθεια να σπάσει προσπαθεί.


Όμως το χάος δεν κρύβεται με ένα τσιγάρο και λίγους

στίχους. Η αλήθεια δεν καυτηριάζεται με ένα χαμόγελο και

δυο λέξεις.


Σπασμένοι πίνακες, ραγισμένα ποτήρια. Μπουνιά στο κενό,

γροθιές σε ό,τι έμπνευση του έδινε.


Κατακόκκινα τα μάτια του. Ζαλισμένα από το αλκοόλ.


Φρικαρισμένο μυαλό βουτηγμένο στις αναμνήσεις.


Τα πνευμονία δεινοπαθούν στον γλυκό καπνό των τσιγάρων

του.


Μα δεν είναι εθισμένος ούτε στο ποτό, ούτε στο τσιγάρο.

Εκείνη. Εκείνη είναι το μελωδικό ναρκωτικό του.


Την έχει ανάγκη.


Αν την είχε κοντά του, ίσως την έβριζε, ίσως την φιλούσε.


Το τύμπανο των αυτιών του ταλαντώνεται από τον ήχο της

ανάσας της.


Το μαύρο νέφος του καίγεται στην όψη της.

Ευνοείται από το κρίμα, το δεμένο στον λαιμό του και

βρίσκεται μόνος του σε ένα παγκάκι, κρατώντας την

φωτογραφία της.


Αρρωσταίνει. Αρρωσταίνει για εκείνη όσο περνάνε οι

νύχτες.


Αρρωσταίνει όταν ακούει το «σ' αγαπώ» της.


Αρρωσταίνει όταν άλλον φίλα και αγγίζει.


Και ύστερα χάνεται στα στενά, κοιτάζει τα παιδάκια που

πάνω σε οροφές κοντοστέκονται και κοιτούν κάτω.


Φοβούνται να πηδήξουν.


Να πετάξουν απέναντι θέλουν.


Κολλάνε στην ζάλη και ύστερα να περπατήσουν στον αέρα

θέλουν.


Μα τα ασανσέρ πνεύματα δεν ανυψώνουν.


Είναι πλέον βουτηγμένος στο χάος, το βλέμμα του

βυθισμένο στο κενό.


Αρρωσταίνει ακόμα περισσότερο.


Άρρωστο παιδί.


Άρρωστο στυλακι στο νέφος του αέρα.


Άρρωστος.




bottom of page